Η κατά φύσιν θνητότητα ΔΕΝ είναι Πελαγιανισμός

Εξελικτική Δημιουργία

 

 

 

Το συμπέρασμα ότι δήθεν η κατά φύσιν θνητότητα τών κτισμάτων, είναι "Πελαγιανισμός" είναι εσφαλμένο συμπέρασμα. Όχι μόνο επειδή οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν σαφέστατα την κατά φύσιν θνητότητα τών κτισμάτων, αλλά και επειδή ΥΠΑΡΧΕΙ τουλάχιστον μία ερμηνεία τής Γένεσης, που μπορεί να εξηγήσει πλήρως τη σχέση τής κατά φύσιν θνητότητας με την πτώση τού Αδάμ και την Ορθοδοξη σωτηριολογία, χωρίς κανένα δογματικό πρόβλημα.

α) Τα περί φθοράς και θανάτου τού ανθρώπου περιληπτικά

β) Προβληματισμοί ενός Μητροπολίτη περί φθοράς και θανάτου

γ) Το λάθος και τών  δύο πλευρών

δ) Τα δύο άκρα αγίου Αυγουστίνου και Πελάγιου

ε) Η διάκριση τών προαδαμιαίων που διαφεύγει

στ) Οι καταδικασμένες αιρετικές απόψεις

 

α) Τα περί φθοράς και θανάτου τού ανθρώπου περιληπτικά

Σε παλαιότερα άρθρα εξηγήσαμε αυτό το οποίο είχαμε δει παλαιότερα σε Αγίους Πατέρες: ότι ο άνθρωπος πλάστηκε φθαρτός και θνητός, ότι στον Αδάμ δόθηκε για πρώτη φορά η ευκαιρία της αθανασίας και δια του Αδάμ, ως εκπροσώπου της ανθρωπότητας, δόθηκε αυτή η αθανασία σε όλη την ανθρώπινη φύση, έτσι ώστε κάθε άνθρωπος μπορούσε, δια του Αδάμ, να κερδίσει αυτό το οποίο είχε δοθεί στον Αδάμ. Του είχε δοθεί δηλαδή δυνάμει, η ευκαιρία να ξεπεράσει τη φθαρτότητα και να φτάσει στην αιώνια ζωή και στην αφθαρσία.

Εξηγήσαμε επίσης ότι ο Αδάμ, όταν αμάρτησε, έχασε αυτή την ευκαιρία και εξαιτίας του την έχασε και όλη η ανθρωπότητα.

Εξηγήσαμε ότι ο λόγος που οι περισσότεροι μπερδεύονται είναι επειδή δεν έχουν καταλάβει ότι ο Αδάμ είχε γονείς και ότι υπήρχαν άνθρωποι και πριν από τον Αδάμ, κάτι το οποίο είναι αποδεδειγμένο. Όχι μόνο ότι πριν από τον Αδάμ υπήρχαν άνθρωποι, αλλά ότι και πέθαιναν οι άνθρωποι πριν από τον Αδάμ. Τους έχουμε στα ίδια μας τα μουσεία. Εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν από τον Αδάμ πέθαιναν οι άνθρωποι.

Όμως εδώ πέρα βρίσκεται η παρανόηση την οποία εξηγήσαμε, επειδή στην αρχαιότητα οι άνθρωποι δεν ήξεραν ότι υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι πριν από τον Αδάμ και για τον λόγο αυτό νόμιζαν ότι ο Αδάμ ήταν ο πρώτος. Άρα αυτό δημιουργούσε κάποια προβλήματα στον τρόπο που αντιμετώπιζαν αυτά τα οποία έγραφε η Γένεση.

Στη σημερινή εποχή όμως, που η επιστήμη έχει αποδείξει αμετάκλητα ότι υπήρχαν άνθρωποι πριν από τον Αδάμ, που έζησε πριν από επτάμισι χιλιάδες χρόνια, και ότι πέθαιναν αυτοί οι άνθρωποι, είμαστε υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να δούμε τα πράγματα σωστά και επιστημονικά.

Έτσι λοιπόν χωρίσαμε σε προηγούμενα άρθρα, την ιστορία των ανθρώπων σε προ του Αδάμ ανθρώπους και σε μετά τον Αδάμ ανθρώπους.

Εξηγήσαμε ξεκάθαρα ότι η φθαρτότητα ήταν στην ανθρώπινη φύση, αλλά όταν στον Αδάμ χαρίστηκε η αθανασία, μιλάμε πλέον από τον Αδάμ και μετά. Και οι Πατέρες από τον Αδάμ και μετά μιλούσαν, όταν έλεγαν ότι δια του Αδάμ ήρθε η αμαρτία και ο θάνατος.

Έτσι λοιπόν εξηγείται και πώς διάφοροι Πατέρες έλεγαν ότι η ανθρώπινη φύση είναι εκ φύσεως φθαρτή και μόνο κατά χάριν γίνεται άφθαρτη, και πώς δια του Αδάμ ήρθε ο θάνατος, παρά το ότι ξέρουμε σήμερα ότι υπήρχαν άνθρωποι που πέθαναν πριν από τον Αδάμ.

Γιατί στην ουσία αυτό που πρέπει να καταλάβουμε στη Γένεση δεν είναι το «για πρώτη φορά», που νομίζουν οι περισσότεροι, αλλά ότι ο θάνατος για δεύτερη φορά ήρθε στην ανθρωπότητα μετά την αμαρτία του Αδάμ και έτσι εξαπλώθηκε.

Και έπρεπε να έρθει ο Κύριος Ιησούς Χριστός έτσι ώστε να αρθεί η αμαρτία δια του Κυρίου Ιησού Χριστού.

 

β) Προβληματισμοί ενός Μητροπολίτη περί φθοράς και θανάτου

Σήμερα λοιπόν θέλω να δούμε ένα παράδειγμα πώς η έλλειψη κατανόησης αυτού του γεγονότος οδηγεί ανθρώπους με βαθιά πνευματικότητα στο να μην κατανοούν κάποια βασικά πράγματα και τους οδηγεί σε αδιέξοδο.

Συγκεκριμένα, ένας πολύ σεβαστός σε μένα Μητροπολίτης, ο οποίος με έχει βοηθήσει πάρα πολύ στην πορεία μου τη χριστιανική με τα πάρα πολλά συγγράμματά του, σε ένα σύγγραμμά του, το οποίο θα δούμε, προσπαθεί να αποδείξει ότι ο θάνατος δεν ήταν γεγονός της φύσεως, αλλά ήταν ένα μεταπτωτικό γεγονός και ισχύει μόνο μετά τον Αδάμ, και ότι όποιος δεν το δέχεται αυτό είναι πελαγιανιστής.

Θα σας διαβάσω κάποια αποσπάσματα να δείτε σε τι αδιέξοδο οδηγείται, μη έχοντας καταλάβει το ότι υπήρχαν άνθρωποι και πριν από τον Αδάμ. Λέει:

«Παρά την αυθεντική αυτή παράδοση των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, που καταγράφεται σε πολλά κείμενα της Αγίας Γραφής, των Πατέρων, των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, στις ημέρες μας καλλιεργείται μία νέα θεολογία, η οποία διδάσκεται από μερικούς θεολόγους και προσπαθεί να αποδεσμεύσει τον θάνατο, το κράτος του θανάτου, από την προπατορική αμαρτία.

Ταυτίζει την προπτωτική κατάσταση της κατά χάριν αθανασίας, κτίσεως και ανθρώπου με τη μεταπτωτική κατάσταση της θνητότητας, συγχέει την κτιστότητα με το κράτος του θανάτου και γενικά αισθάνεται μία αλλεργία για την αμαρτία και τον θάνατο.

Συγκεκριμένα γράφεται και λέγεται ότι κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας η κτιστή φύση έχει μέσα της τη μεταβλητότητα, ως κτιστή που είναι, και αυτό την οδηγεί στη φθορά και τον θάνατο. Άρα συνδέονται στενά η κτιστότητα με τη φθαρτότητα και τη θνητότητα.

Συνέπεια αυτής της σκέψης των θεολόγων αυτών είναι ότι ο θάνατος δεν προήλθε από την πτώση, αλλά συνδέεται με την κτιστή φύση.

Έτσι, κατά την άποψη αυτή, δεν υπήρξε ποτέ κάποιος Παράδεισος στον οποίο ο Αδάμ τελούσε κατά χάριν άφθαρτος και αθάνατος και έπρεπε να δοκιμαστεί, αφού αυτό γίνεται αναφορά μόνο στο βιβλίο της Γενέσεως, που δεν γίνεται αποδεκτό από τη σύγχρονη επιστήμη.

Γι’ αυτό δεν γίνεται λόγος για την αμαρτία που έφερε τον θάνατο στον άνθρωπο, ούτε γίνεται διάκριση μεταξύ προπτωτικού και μεταπτωτικού ανθρώπου, που είναι η βάση της ορθοδόξου θεολογίας, δηλαδή δεν υπάρχει πριν και μετά την πτώση κατάσταση του Αδάμ.

Έτσι, συνδέοντας τη θνητότητα με τη φύση του κτιστού, δογματίζοντας τη δημιουργία ως εκ φύσεως θνητή και αμφισβητώντας τα περί Παραδείσου και της αμαρτίας του Αδάμ, επιρρίπτεται όλη η ευθύνη του θανάτου στον Θεό, ότι Αυτός είναι αίτιος του θανάτου, αφού δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο εκ φύσεως θνητό.

Αυτή είναι μία κεντρική ιδέα της δυτικής θεολογίας. Αυτό κατ’ επέκταση σημαίνει ότι παρερμηνεύεται το έργο του Χριστού, ο οποίος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση άκρως καθαρή αλλά πάντως θνητή και παθητή, για να νικήσει στον εαυτό Του τον θάνατο και να γίνει για τον άνθρωπο φάρμακο αθανασίας.

Για να αιτιολογήσουν την πιθανή επίκριση ότι έτσι δημιουργείται ένας Θεός αίτιος του κακού και της θνητότητας, ανάγεται η τελειότητα στα έσχατα και συνεπώς κάθε αναφορά περί τελειότητας στον Παράδεισο ή οπουδήποτε αλλού αφορά τα έσχατα και όχι τον Παράδεισο, που ούτως ή άλλως είναι αμφίβολο αν υπήρξε.

Τελικά γίνεται αποδεκτή η άποψη ότι όταν η δημιουργία δεν βρίσκεται σε κοινωνία με τον Θεό, αναποφεύκτως οδηγείται στον αφανισμό της. Αν κυριολεκτεί η διατύπωση αυτή, σημαίνει ότι οποιοδήποτε ον στρέφεται με τη βούλησή του εναντίον του Θεού, αυτό επιστρέφει σε τελεία ανυπαρξία.

Αυτό δείχνει ότι ο Θεός δεν σέβεται τη βούληση του πλάσματος και επιτρέπει την ολοσχερή εξαφάνισή του.

Οι απόψεις αυτές συγχρόνων θεολόγων, οι οποίοι έχουν χαρακτηριστεί ως μεταπατερικοί, όταν κριθούν αυστηρά θεολογικά με βάση τους θεοφόρους και θεοπνεύστους Πατέρες, ή είναι ένας θεολογικός στοχασμός τους που αγνοεί την όλη πατερική παράδοση, χρησιμοποιώντας προτεσταντικές απόψεις, ή, το χειρότερο, παραθεωρούν την παράδοση της Εκκλησίας και καταλήγουν σε αιρέσεις που έχουν καταδικαστεί από την Εκκλησία συνοδικώς».

 

γ) Το λάθος και τών  δύο πλευρών

Ας το σχολιάσω λίγο εδώ, γιατί εδώ πέρα έχει δίκιο ο Σεβασμιώτατος όταν αναφέρεται σε αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι, μη έχοντας καταλάβει ότι υπήρχαν άνθρωποι και πριν από τον Αδάμ, βρίσκουν ένα αδιέξοδο απέναντι στις αποδείξεις της επιστήμης και σε αυτά τα οποία λέει η παραδοσιακή ερμηνεία, ότι δήθεν ο Αδάμ ήταν ο πρώτος βιολογικά άνθρωπος.

Ενώ, στην πραγματικότητα, όπως έχουμε πει, ο Αδάμ ήταν πρωτόπλαστος ως ο πρώτος ΠΛΗΡΗΣ άνθρωπος, έχοντας ως συστατικό του και το Άγιο Πνεύμα και όχι βιολογικά.

Αφού λοιπόν δεν έχουν καταλάβει αυτοί οι άνθρωποι ότι υπήρχαν άνθρωποι και προ του Αδάμ, προσπαθούν να βγάλουν τον Αδάμ είτε συμβολικό είτε ότι δεν έπαιξε κάποιον ρόλο στη σωτηρία του ανθρώπου, γιατί διαφορετικά φαίνεται ότι η Γένεση μοιάζει με παραμύθι, όταν έρχεται σε σύγκρουση με τα γεγονότα και τα δεδομένα της επιστήμης.

Αυτή είναι μία άποψη. Από την άλλη πλευρά, ο Σεβασμιώτατος, αν και έχει δίκιο απαντώντας σε αυτούς, έχει άδικο στο εξής: στο να γενικεύει και αυτός την ερμηνεία αυτή, να κάνει δηλαδή το ίδιο βασικό λάθος και να θεωρεί τον Αδάμ τον πρώτο βιολογικά άνθρωπο.

Προσπερνάει λοιπόν ο Σεβασμιώτατος τα παραδείγματα Αγίων Πατέρων που λένε ξεκάθαρα, (και τα έχουμε δει στο παρελθόν και θα το ξαναδούμε επί τούτου), ότι κάθε τι κτιστό είναι εκ φύσεως φθαρτό και ότι μόνο κατά χάριν ο Θεός το διατηρεί. Και παίρνει σε αυτό το κείμενό του, πιο κάτω, μόνο τους Πατέρες εκείνους οι οποίοι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνον, σε αντίθεση με τους προηγούμενους Πατέρες, επειδή προφανώς αντιμετωπίζουν και εκείνοι το ίδιο πρόβλημα με το θέμα της αμαρτίας του Αδάμ. Γιατί δεν είχαν ιδέα ότι υπήρχαν άνθρωποι πριν από τον Αδάμ.

Και έτσι όλοι νόμιζαν ότι για πρώτη φορά ο θάνατος ήρθε δια του Αδάμ. Αν και ο θάνατος υπήρχε πριν από τον Αδάμ, άρθηκε με τον Αδάμ και ξανά ήρθε ο θάνατος δια του Αδάμ. Αυτό τα λύνει όλα.

Και οι μεν και οι δε, δηλαδή, έχουν μέρος της πραγματικότητας, αλλά επειδή τους λείπει το γεγονός ότι υπήρχαν άνθρωποι πριν από τον Αδάμ, γι’ αυτό τον λόγο φτάνουν και οι δύο σε αντιφάσεις.

Οι μεν θεολόγοι αυτοί έρχονται σε σύγκρουση με ορθόδοξα δόγματα, όπως θα δούμε και πιο κάτω. Ο δε Σεβασμιώτατος και όσοι το βλέπουν σαν και αυτόν το θέμα, έρχονται σε σύγκρουση με τα δεδομένα της επιστήμης και βγαίνει η Αγία Γραφή ένα παραμύθι.

Γι’ αυτό είναι λάθος αυτό που λέει ο Σεβασμιώτατος, ότι αυτό που αναφέρεται στο βιβλίο της Γενέσεως δεν γίνεται αποδεκτό από τη σύγχρονη επιστήμη.

Όχι! Γίνεται αποδεκτό, αν ερμηνευτεί σωστά. Δεν γίνεται αποδεκτή η λάθος ερμηνεία της Γένεσης.

Έχουμε κάνει ερμηνείες στη Γένεση που είναι απόλυτα συνεπείς και με την επιστημονική σκέψη και με τις επιστημονικές αποδείξεις, αλλά και με όλα τα ορθόδοξα δόγματα. Θα το δούμε και πιο κάτω.

 

δ) Τα δύο άκρα αγίου Αυγουστίνου και Πελάγιου

Μας λέει λοιπόν στο κείμενό του ο Σεβασμιώτατος ότι ο Πελάγιος και ο Αυγουστίνος ήταν στα δύο διαφορετικά άκρα: ο μεν Αυγουστίνος υποστήριζε τον απόλυτο προορισμό, ο δε Πελάγιος δίδασκε ότι ο άνθρωπος σώζεται με τις δικές του δυνάμεις.

Άγιος Αυγουστίνος! Αλλά εδώ πέρα έκανε λάθος. Είχε πάρει έναν λάθος δρόμο σε αυτό το σημείο και σε άλλα σημεία. Και είναι απορίας άξιο γιατί διάφοροι ιεράρχες και άλλοι θεολόγοι τον Αυγουστίνο τον λένε σκέτο «Αυγουστίνο» και δεν τον λένε «Άγιο Αυγουστίνο».

Δεν υπάρχει Πατέρας που να μην έχει κάνει λάθος. Όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη. Η Εκκλησία στο σύνολό της είναι αλάθητη.

Το ότι ο Αυγουστίνος έκανε πολλά λάθη δεν τον κάνει μη Άγιο. Άγιος είναι με τα λάθη του, όπως και άλλοι Πατέρες με τα λάθη τους είναι Άγιοι.

Άγιοι είναι και οι Πατέρες εκείνοι που λένε το αντίθετο από τον Σεβασμιώτατο εδώ, που λένε ξεκάθαρα, όπως έχουμε δει και όπως θα ξαναδούμε, ότι όλα τα κτιστά έχουν κατά φύσιν ένα τέλος και τη φθορά.

Κάτι που εδώ ο Σεβασμιώτατος το αρνείται με βάση άλλους Πατέρες που διαφωνούν με τους προηγούμενους Πατέρες.

Συνεχίζει λοιπόν ο Σεβασμιώτατος και λέει:

«Επειδή κατά τον Πελάγιο δεν μεταδόθηκε το προπατορικό αμάρτημα στους απογόνους και δεν επήλθε κάποια εξασθένηση ή φθοροποιός επίδραση στους ανθρώπους, γι’ αυτό οι άνθρωποι έχουν όλες τις δυνάμεις για τη σωτηρία τους και μπορούν να σωθούν δια τού αυτεξουσίου τους. Η δε θεία χάρη ενεργεί μόνο επικουρικώς, κυρίως με τη διδασκαλία και το παράδειγμα του Χριστού.

Συνεπώς, κατά τον Πελάγιο δεν υπάρχει ο απόλυτος προορισμός του Αυγουστίνου και αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι δίδασκε ότι ο θάνατος είναι κάτι το φυσικό.

Τις απόψεις αυτές του Πελαγίου τις τόνιζε υπερβολικότερα ο μαθητής του, Κελέστιος, ο οποίος δίδασκε ότι ο Αδάμ ήταν κατά φύσιν θνητός και ότι ο νηπιοβαπτισμός δεν παρέχει άφεση αμαρτιών».

 

ε) Η διάκριση τών προαδαμιαίων που διαφεύγει

Αφού ο Σεβασμιώτατος προχωράει και κάνει μια πολύ ωραία ανάπτυξη για το τι πιστεύει η Εκκλησία για τη σωτηρία και πώς η αμαρτία του Αδάμ έφερε τον θάνατο και πώς ο Χριστός μας ξαναέφερε ζωή, και όλα τα σχετικά που γνωρίζουμε και που έχουμε αναπτύξει, προχωράει και λέει το εξής:

«Όλα αυτά σημαίνουν ότι η Ορθόδοξη διδασκαλία κάνει σαφέστατο λόγο για προ και μετά την πτώση ζωή του ανθρώπου, ότι ο θάνατος και η φθορά είναι αποτελέσματα της αμαρτίας και ότι ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του προσέλαβε ανθρώπινη φύση θνητή και παθητή, αλλά άκρως καθαρή και αναμάρτητη, ώστε Αυτός να νικήση τον θάνατο, και να το δώση ως χάρισμα-δωρεά σε αυτόν που θα συνδεθή μαζί Του».

Πολύ σωστό αυτό που λέει ο Σεβασμιώτατος, αλλά εδώ δεν υπάρχει μόνο αυτή η διάκριση που λέει. Υπάρχει και άλλη μία διάκριση.

Υπάρχει και η διάκριση των ανθρώπων προ του Αδάμ, οι οποίοι πέθαιναν και για τους οποίους δεν κάνει λόγο κανένας. Ούτε αυτοί οι οποίοι δέχονται τις αιρέσεις του Πελαγίου για να μπορέσουν να βρουν μια άκρη με την επιστήμη, η οποία έχει αποδείξει άλλα πράγματα περί θανάτου, ούτε αυτοί οι οποίοι απορρίπτουν αυτά που λέει η επιστήμη μόνο και μόνο επειδή τους φέρνουν σε αντίθεση με τα δόγματα, που όπως θα δούμε έχουν και οικουμενικό κύρος.

Και τους φέρνουν σε αντίθεση με τα δόγματα, όχι επειδή υπάρχει πρόβλημα με αυτή καθ’ εαυτή την επιστήμη ή με την έννοια του θανάτου ότι ήρθε με την αμαρτία του Αδάμ, αλλά επειδή δεν καταλαβαίνουν ότι άλλο είναι ο θάνατος που υπήρχε εξαιτίας της φύσεως του ανθρώπου προ του Αδάμ και άλλο είναι ο θάνατος που ήρθε μετά την αμαρτία του Αδάμ, αφού πρώτα είχε δοθεί στον Αδάμ η αθανασία.

Μη έχοντας κάνει αυτή τη διάκριση, βρίσκονται όλοι σε αδιέξοδο.

Και οι δύο έχουν μέρος της αλήθειας, αλλά και οι δύο κάνουν λάθος και συγκρούονται: οι μεν με τα γεγονότα, οι δε με τα ορθόδοξα δόγματα.

Ο μόνος τρόπος να μη συγκρούεσαι ούτε με τις επιστημονικές αποδείξεις ούτε με τα ορθόδοξα δόγματα, ούτε με την ορθόδοξη θεολογία ούτε με την Αγία Γραφή, είναι ένας: να καταλάβουμε και να αποδεχθούμε ότι υπήρχαν άνθρωποι και προ του Αδάμ.

Απλό. Οι προ του Αδάμ άνθρωποι είχαν εκ φύσεως τον θάνατο, γι’ αυτό πέθαιναν. Από τον Αδάμ και μετά, αφού είχε αρθεί ο θάνατος, όλοι οι υπόλοιποι έχουμε τον θάνατο δια του Αδάμ και εξαιτίας της αμαρτίας του Αδάμ. Και έχουμε τη ζωή εξαιτίας της θυσίας του Χριστού.

Όλα δηλαδή ακριβώς όπως τα λένε τα ορθόδοξα δόγματα. Αυτό που αλλάζει είναι να καταλάβουμε ότι ο Αδάμ δεν ήταν ο βιολογικά πρώτος. Ήταν ο πρώτος ως πλήρης άνθρωπος.

Πρωτόπλαστος ως ο πλήρης άνθρωπος: σώμα, ψυχή και Άγιο Πνεύμα μαζί, που του δόθηκε με το εμφύσημα.

 

στ) Οι καταδικασμένες αιρετικές απόψεις

Προσέξτε τώρα στη συνέχεια πώς ο Σεβασμιώτατος στριμώχνει αυτούς οι οποίοι έχουν αρνηθεί κάποια πράγματα για τη σωτηρία δια του Αδάμ εξαιτίας των δεδομένων της επιστήμης, ερχόμενοι σε σύγκρουση με τα ορθόδοξα δόγματα.

Γράφει λοιπόν ο Σεβασμιώτατος:

«Οι έξι πελαγιανικές αιρέσεις καταδικάστηκαν από τους Πατέρες της Συνόδου της Καρθαγένης, η οποία εξέδωσε οκτώ κανόνες εναντίον της αιρέσεως ότι:

1. Ο Αδάμ δημιουργήθηκε θνητός και επομένως θα απέθνησκε είτε αμάρτανε είτε όχι.

2. Η αμαρτία του Αδάμ έβλαψε μόνο αυτόν και όχι το ανθρώπινο γένος.

3. Τα νήπια είναι στην ίδια κατάσταση στην οποία υπήρξε ο Αδάμ προ της πτώσεως.

4. Το ανθρώπινο γένος ούτε αποθνήσκει δια του θανάτου ή της πτώσεως του Αδάμ, ούτε ανίσταται δια της Αναστάσεως του Χριστού.

5. Ο νόμος καθώς και το Ευαγγέλιο οδηγούν στη Βασιλεία των Ουρανών.

6. Και προ της ελεύσεως του Χριστού υπήρξαν άνθρωποι χωρίς αμαρτία».

Από αυτό φαίνεται σαφέστατα ότι η άποψη ότι ο θάνατος είναι της φύσεως και όχι αποτέλεσμα της αμαρτίας έχει βαθύτατο θεολογικό βάθος, υπονομεύει όχι μόνο τη διδασκαλία της Εκκλησίας για την προπατορική αμαρτία, αλλά και αυτό το απολυτρωτικό έργο του Χριστού».

Προσέξτε τώρα. Σωστά τα δόγματα τα οποία τονίζει ο Σεβασμιώτατος, ότι παραβαίνουν αυτοί οι οποίοι τα αρνούνται όλα αυτά και γίνονται πελαγιανιστές, αλλά είναι λάθος το συμπέρασμά του.

Γιατί μπορεί κάποιος να δέχεται, όπως εμείς, το γεγονός —όχι την άποψη— το αποδεδειγμένο επιστημονικό γεγονός και φιλοσοφικό και πατερικό —το λένε Πατέρες, το έχουμε δει και θα το ξαναδούμε— ότι ο θάνατος είναι της φύσεως και όχι αποτέλεσμα της αμαρτίας, και αυτό να έχει βαθύτατο θεολογικό βάθος. Και ενώ λέει ο Σεβασμιώτατος ότι αυτό υπονομεύει τη διδασκαλία της Εκκλησίας για την προπατορική αμαρτία, αυτό είναι λάθος.

Ούτε το απολυτρωτικό έργο του Χριστού ούτε την προπατορική αμαρτία υπονομεύει.

Αν και έχουμε πει κάποια πράγματα σε παλαιότερο άρθρο για το θέμα αυτό,ας εξηγήσουμε εδώ πληρέστερα πώς έχουν τα πράγματα, με βάση τους κανόνες που εξέδωσε η Σύνοδος της Καρθαγένης.

Πρώτος κανόνας: παρά το ότι ο θάνατος είναι της φύσεως των ανθρώπων, επειδή στον Αδάμ δόθηκε η αθανασία με το Άγιο Πνεύμα, με το εμφύσημα, ο Αδάμ δεν δημιουργήθηκε θνητός και δεν θα πέθαινε είτε αμάρτανε είτε όχι.

Δεύτερον: η αμαρτία του Αδάμ δεν έβλαψε μόνο αυτόν αλλά όλο το ανθρώπινο γένος, γιατί όλοι οι άνθρωποι κληρονόμησαν αυτή την πτώση, την απώλεια του Αγίου Πνεύματος από την ανθρώπινη φύση.

Τρίτον: τα νήπια δεν είναι στην ίδια κατάσταση στην οποία υπήρξε ο Αδάμ προ της πτώσεως, γιατί δεν έχουν το Άγιο Πνεύμα αν δεν βαπτιστούν. Ο Αδάμ προ της πτώσεως είχε το Άγιο Πνεύμα.

Τέταρτον: το ανθρώπινο γένος πεθαίνει δια του θανάτου ή της πτώσεως του Αδάμ και ανίσταται δια της Αναστάσεως του Χριστού, γιατί κληρονόμησε το προπατορικό αμάρτημα, αφού είχε δοθεί στον Αδάμ η αιωνιότητα και την έχασε, και δεύτερον κληρονόμησε και την αιώνια ζωή δια του Αγίου Βαπτίσματος, ξαναπαίρνοντας πάλι αυτό που είχε χάσει ο Αδάμ, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα.

Πέμπτον: όχι, ο νόμος δεν οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών. Το Ευαγγέλιο οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών, εάν φυσικά κάποιος το βιώσει, όχι ως ακροατής αλλά ως εκτελεστής.

Και έκτον: δεν υπήρξαν άνθρωποι χωρίς αμαρτία πριν από την έλευση του Χριστού.

Όπως βλέπετε, μπορεί κάποιος, όπως εμείς οι εξελικτές χριστιανοί που κάνουμε αυτή την ερμηνεία της εξελικτικής δημιουργίας, να μην έρχεται σε σύγκρουση με τα δόγματα της Εκκλησίας και με τους Ιερούς Κανόνες και να δέχεται και το ότι ο θάνατος είναι της φύσεως.

Ο θάνατος είναι και της φύσεως και αποτέλεσμα της αμαρτίας. Εξαρτάται σε ποιο ιστορικό σημείο βρίσκεται ο καθένας.

Και έτσι έχουν δίκιο και οι Πατέρες εκείνοι οι οποίοι μιλάνε για αφθαρσία και εκείνοι που μιλάνε για φθορά. Διαφορετικά, οι μισοί Πατέρες λένε άλλα και οι άλλοι μισοί λένε άλλα.

Όμως έχει σημασία ότι όλοι έβλεπαν κάτι σωστό και το έλεγαν. Απλά αυτό που δεν ήξεραν ήταν αυτό που ξέρουμε σήμερα: ότι υπήρχαν άνθρωποι και πριν από τον Αδάμ.

Και μάλιστα λέει ο Σεβασμιώτατος λίγο πιο πέρα για τον 109ο κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, που λέει να αναθεματίζεται όποιος λέει ότι ο Αδάμ, ο πρωτόπλαστος άνθρωπος, έγινε θνητός, έτσι ώστε είτε αμάρτανε είτε δεν αμάρτανε θα πέθαινε σωματικά, δηλαδή θα έβγαινε ως ψυχή από το σώμα όχι εξαιτίας της αμαρτίας αλλά από την ανάγκη της φύσεως.

Όχι βέβαια, ούτε αυτό το λέμε εμείς.

Και ας δεχόμαστε την αναγκαιότητα του θανάτου ως αναγκαιότητα της φύσεως. Γιατί αφού είχε αρθεί αυτή η αναγκαιότητα, δίνοντας ο Θεός στον Αδάμ την αθανασία, (που δεν την είχαν οι προηγούμενοι), βεβαίως δεν θα πέθαινε ο Αδάμ αν δεν είχε αμαρτήσει.

Άρα δεν έχουμε πρόβλημα ούτε με αυτόν τον κανόνα.

Βλέποντας λοιπόν ο Σεβασμιώτατος αυτό το πρόβλημα και νομίζοντας ότι όλοι όσοι δέχονται την κατά φύσιν θνητότητα των ανθρώπων έχουν τις απόψεις του Πελαγίου, προσπαθεί να το αναιρέσει, και ας το λένε διάφοροι Πατέρες, και πάνω σε αυτή την προσπάθεια πέφτει και σε άλλα σφάλματα. Όπως για παράδειγμα όταν λέει ότι δεν μπορεί ο Θεός να έχει φτιάξει τον θάνατο. Και βέβαια δεν μπορεί να έχει φτιάξει τον θάνατο, αφού ο θάνατος είναι μη ον —και το γράφει και ο ίδιος ο Σεβασμιώτατος— αφού είναι μη ον, πώς τον έχει φτιάξει; Φυσικά δεν τον έχει φτιάξει και το λένε και Πατέρες αυτό. Ο Θεός έχει φτιάξει τη ζωή, όχι τον θάνατο.

Κλείνοντας λοιπόν αυτή την ομιλία, σας καλώ να ξαναδείτε το σχετικό άρθρο, για να ακούσετε από τους ίδιους τους Πατέρες —έχουμε αναφέρει αρκετά παραδείγματα και στο μέλλον θα πούμε και άλλα— που λένε και οι ίδιοι ξεκάθαρα ότι ο άνθρωπος κτίστηκε φθαρτός και θνητός και μόνο κατά χάριν δόθηκε η αθανασία.

Αυτό δυστυχώς το προσπερνούν και το αρνούνται όσοι προσπαθούν να βγάλουν άκρη, από τον φόβο μήπως έρθουν σε σύγκρουση με τους κανόνες της Εκκλησίας και χαρακτηριστούν πελαγιανιστές.

Γιατί ούτε αυτοί ούτε οι σύγχρονοι πελαγιανιστές έχουν καταλάβει ότι υπήρχαν άνθρωποι και πριν από τον Αδάμ και ότι η κατά φύσιν φθαρτότητα και κτιστότητα της φύσεως αναφέρεται στους προαδαμιαίους και όχι στον Αδάμ, στον οποίο είχε δοθεί η αθανασία.

Και αυτό τα λύνει όλα και δεν αφήνει κανένα πρόβλημα και καμία αντίφαση ούτε με την επιστήμη, ούτε με τους κανόνες, ούτε με τη θεολογία, ούτε με την Ορθοδοξία, ούτε με την Αγία Γραφή.

Διαφορετικά, με κάτι θα συγκρούονται όλοι.

Η αποδοχή ότι υπήρχαν προαδαμιαίοι άνθρωποι και ότι ο Αδάμ είχε γονείς είναι η λύση για κάθε πρόβλημα.

Άλλα σχετικά άρθρα μας: Η "από Αδάμ" είσοδος του θανάτου <> Αποδείξεις ότι τα ζώα δεν πλάσθηκαν φυτοφάγα και ζούσαν εν μέσω ακανθών <> Πατερικά λάθη για την προαδαμιαία κτίση <> Ο Αδάμ ως υποστατική αρχή της ανθρωπότητας <> Δογμάτισε η Σύνοδος της Καρθαγένης κατά των προ-Αδαμιαίων;

 

Επικαιροποίηση: 22-6-2026.